Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΤΥΧΑΙΟΥ ΑΣΤΕΓΟΥ.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΤΥΧΑΙΟΥ ΑΣΤΕΓΟΥ.

Θα ήθελα να ξεκινήσω με κάποια βασικά σημεία που επιβάλλεται να αναφερθούν, πριν μπω στο βασικό σκέλος αυτής της ιστορίας. Όπως για παράδειγμα το γεγονός ότι για την αφήγηση των παρακάτω γεγονότων ουδέποτε πήρα άδεια από τον άστεγο για να τα βάλω όλα μέσα σε ένα άρθρο και να τα δημοσιοποιήσω. Σκόπευα αλλά εν τέλει δίστασα. Γι αυτό ό,τι θεωρώ πως θα μπορούσε να αποκαλύψει την παραμικρή λεπτομέρεια για την ταυτότητά του είτε θα το παραλείψω, ή θα το τροποποιήσω, χωρίς φυσικά να αλλοιωθεί η ιστορία. Ακόμα, θα ήθελα να τονίσω ότι η επιλογή του συγκεκριμένου ήταν καθαρά προσωπική επιλογή και για λόγους που θα επεξηγήσω στη συνέχεια, χωρίς να είμαι 100% σίγουρη ότι αυτός είχε ανάγκη ότι δεν επρόκειτο για έναν ακόμα απατεώνα ή ναρκομανή που κάνοντας επίκληση στο συναίσθημά μας μαζεύει λεφτά που θα χρησιμοποιήσει με λανθασμένο τρόπο.

Όμως ένιωσα ότι τη βοήθειά μας την είχε πραγματικά ανάγκη. Πείτε το διαίσθηση, πείτε το συναίσθηση, αυτό μου έβγαλε την πρώτη φορά που τον είδα. Αλλά και τη δεύτερη. Και την τρίτη. Πάντα στο ίδιο ακριβώς μέρος, με τα ίδια ακριβώς ρούχα. Έξω από το σταθμό του μετρό με ένα γκρι παντελόνι φόρμας και ένα μπλε φούτερ. Με την ίδια πινακίδα που γράφει: «ΠΑΙΔΙΑ ΒΡΕΘΗΚΑ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ, ΒΟΗΘΗΣΤΕ ΜΕ». Πάντα με σκυμμένο το κεφάλι, χωρίς να κοιτάει κανένα στα μάτια. Ούτε αυτούς που περνώντας του αφήνουν όσα ψιλά μπορούν κι αντέχει η  τσέπη τους. Με μια αύρα μελαγχολίας κι εσωτερικής βαθιάς στεναχώριας να σχηματίζεται γύρω από το άτομό του.

Κάθε φορά μου έρχεται μια περίεργη αίσθηση να πάω να του μιλήσω. Κάθε φορά όμως διστάζω. Κοντοστέκομαι για τρία δευτερόλεπτα και συνεχίζω κανονικά το δρόμο μου. Κάθε φορά μετανιωμένη που δε συσσώρευσα το θάρρος μου να πάω να του μιλήσω. Μα και να το έκανα αυτό τι θα του έλεγα; Ίσως και να ήταν χειρότερο από το να μην του μιλήσω καθόλου. Ίσως με μια τέτοια κίνηση, να έδινα την εντύπωση ότι το κάνω από οίκτο κι από λύπηση. Ίσως να είναι κι έτσι τελικά, ωστόσο. Ίσως και όχι. Γιατί κάθε φορά που τον βλέπω, βλέπω ένα νέο άτομο στην ηλικία των αδερφών μου που θα μπορούσε να ξεσκίζει τη ζωή και να γεμίζει τα νιάτα του με εμπειρίες και κατορθώματα. Αντ’ αυτού ξοδεύει το χρόνο του ζητιανεύοντας τη βοήθειά μας, και περνώντας τη μέρα του στο δρόμο. Και η επόμενη ημέρα στη ζωή του, είναι ακριβώς ίδια με την προηγούμενη. Χωρίς ίχνος αισιοδοξίας κι ελπίδας να ανατέλλει μαζί με τον ήλιο.

Αποφάσισα λοιπόν ότι εφόσον δεν πρόκειται ποτέ να πάρω την εσωτερική δύναμη να σταματήσω να του μιλήσω μια φορά που θα περνάω τυχαία, να το κάνω στημένα. Μια μέρα που θα έχω χρόνο και θα αισθάνομαι ότι μπορώ να υποστηρίξω κάτι τέτοιο, θα το κάνω. Και το έκανα. Ετοίμασα ένα μικρό κολατσιό να του δώσω για αυτή μου την «επίσκεψη» και κουβαλώντας μαζί μου κι ένα μικρό κόμπο στο στομάχι, κατέβηκα στη στάση που πρωτοσυνάντησα το γνωστό αυτό άγνωστο.

Η επιφύλαξη να μην είναι εκεί έφυγε όταν τον αγνάντεψα να κάθεται στο σημείο του με το κεφάλι σκυμμένο. Έριξα μερικά ψιλά για να αντιληφθεί ότι κάποιος βρίσκεται δίπλα του και του είπα: «Γεια σου!». Σηκώνει το κεφάλι πολύ διστακτικά και με κοιτάει στα μάτια. Απάντησε «γεια» χαμηλόφωνα και με τρεμάμενη φωνή σαν να φοβήθηκε την παρουσία μου. Λογικό γιατί του ήμουν μια άγνωστη. Τον ρωτάω αν μπορώ να κάτσω και σχηματίστηκε η απορία στο πρόσωπό του. Απαντάει με ερώτηση στην ερώτηση μου. «Είσαι μόνη σου;». Δεν ξέρω τι μπορεί να σκέφτηκε κι έκανε αυτή την ερώτηση, αλλά δεν ήθελα να γίνω περισσότερο αδιάκριτη. Ένιωθα ότι ήδη είχα εισβάλλει στον προσωπικό του χώρο. Κάθομαι οκλαδόν πάνω στην τσάντα μου και του δίνω τη σακούλα με τα φαγητά την οποία δέχτηκε χωρίς δισταγμό. Αισθάνθηκε ότι έπρεπε να απολογηθεί που ήταν απότομος στην αρχή δίνοντάς μου τη δικαιολογία ότι δεν έχει και πολλή όρεξη. Του έδωσα να καταλάβει ότι κατανοώ πλήρως κι πως αν δε θέλει, θα μπορούσα να φύγω. Με διαβεβαίωσε ότι δεν υπάρχει πρόβλημα να μείνω οπότε πήρα την πρωτοβουλία να συστηθώ. Ανταλλάξαμε ονόματα και με ρώτησε γιατί το κάνω αυτό. Του εξήγησα πολύ περιληπτικά πώς έχει η κατάσταση χωρίς να σταθώ σε περιττές λεπτομέρειες και πως απλά στη θέση που βρίσκεται αυτός θα μπορούσε να είναι κάποιο δικό μου άτομο ή κι εγώ η ίδια. Το διαπεραστικό βλέμμα των περαστικών δε μας πτόησε και η συζήτηση κινήθηκε γύρω από το πώς βρέθηκε σε αυτή τη θέση. Τώρα ήταν η σειρά του να μη θέλει να δώσει λεπτομέρειες κι αρκέστηκε στο να ρίξει την ευθύνη στην κακή του τύχη και σε κακές επιλογές. Μου είπε ότι ψάχνει παράλληλα για δουλειά αλλά και σε αυτό το κομμάτι λόγω του κακού του παρουσιαστικού έχει σταθεί υπερβολικά άτυχος σε σημείο να τον κάνουν να νιώθει άσχημα.

Μιας και ήμασταν δύο άγνωστοι που είχαμε ένα πολύ συγκεκριμένο θέμα συζήτησης η συζήτηση έφτασε στο τέλος της αρκετά γρήγορα. Χρησιμοποίησα τη δικαιολογία ότι πρέπει να φύγω για να προλάβω το λεωφορείο, τον ευχαρίστησα που δέχτηκε έστω και για λίγο την παρέα μου και τον διαβεβαίωσα ότι την επόμενη φορά που θα περάσω από εκεί θα τον χαιρετήσω. Αυτός με τη σειρά του μου ζήτησε ξανά συγγνώμη, με ευχαρίστησε με θέρμη και μου χαμογέλασε με ίσως ένα από τα πιο ειλικρινή χαμόγελα που έχω συναντήσει από άγνωστο σε μένα άνθρωπο.

Θα ήθελα να σταθώ σε πολλά σημεία από όλη αυτή τη διαφορετική εμπειρία όπως τα συναισθήματά μου μετά από αυτό, η σημασία της ανθρωπιάς, η αποβολή του ρατσισμού από τις ζωές μας, οι κακοτυχίες της ζωής, η ψυχική δύναμη. Δε θα το κάνω. Θα το αφήσω εδώ γιατί η συνέχεια θα ήταν άκρως μεροληπτική κι υποκειμενική και θα κούραζε. Εξάλλου το νόημα όλων των παραπάνω είναι κυρίως να αναλογιστούμε κι εμείς λίγο πώς θα ήμασταν στη θέση αυτών των ανθρώπων που δεν έχουν στέγη, φαγητό κι οικογένεια.

ΓΝΩΡΙΣΤΕ ΜΑΣ ΚΑΛΥΤΕΡΑ 🙂
Follow by Email
Facebook
Facebook
Pinterest
LinkedIn
Instagram

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *