ΜΕ ΘΥΜΑΣΑΙ, Ο ΚΗΠΟΣ ΣΟΥ

ΜΕ ΘΥΜΑΣΑΙ, Ο ΚΗΠΟΣ ΣΟΥ

Σήκωσε το κεφάλι ψηλά, δεν ήταν ψέμα. Το καλοκαίρι ήταν εδώ. Πώς πέρασε ένας ολόκληρος σκληρός χειμώνας, και έτσι άξαφνα χάραξε πάλι. Το παρατήρησε όταν και το τελευταίο φως είχε χαθεί στο ηλιοβασίλεμα, όταν τα σπουργίτια κοντοστάθηκαν στο παράθυρό της και σταμάτησαν να της χτυπούν το τζαμί για να ξυπνήσει. Το κατάλαβαν πριν από εκείνη, άλλωστε η φύση οσμίζεται πρώτη, είναι αυτή που δέχεται και δίνει.
Πέταξε το βαρύ πάπλωμα που την σκέπαζε μέχρι τώρα και ανοίχτηκε στο κόσμο. Η πόρτα του σπιτιού έτριξε αφήνοντας πίσω της έναν ήχο ικανοποίησης ασφαλίζοντας. Κρατούσε ανέμελα τα κλειδιά στη φούχτα της σα μπεγλέρι, γνωρίζοντας ότι είχε έρθει η στιγμή που μπορούσε να χαμογελάσει, ξέροντας παράλληλα πως ο λήθαργος της ήταν εκεί και κάθε στιγμή μπορούσε να επιστρέψει. Αλλά αυτή τα άφηνε πίσω της όλα αυτά,ήταν έξω! Βγήκε απ’ τη μικρή κυκλική πλατεία, προσπέρασε τα πέτρινα χαμόσπιτα και κατηφόρισε βιαστικά το στενό δρομάκι αφήνοντας το να την οδηγήσει στο κήπο των απανταχού: γκρεμισμένων ονείρων, στηλιτευμένων κινήσεων, γνώσεων που χάθηκαν για να ξαναβρεθούν, σκέψεων που φοβήθηκαν και πήγαν να κρυφτούν, συναισθημάτων που ξεχείλισαν και δεν υπήρξε κανένα μέρος για να πάνε και χύθηκαν εκεί, σα παρακλάδια ενός παραφουσκωμένου ποταμού μετά από πλημμύρα που καταλήγουν κάθε φορά σε κάποια λίμνη ή σε μια θάλασσα ή στα έγκατα της γης τα ενδότερα παρασέρνοντας τα πάντα στο διάβα τους· ένας κόσμος αισθήσεων και παραισθήσεων. Για όλα αυτά που προσπαθούμε μανιωδώς να δώσουμε μια εξήγηση. Ένα κράμα υπαρκτού και ανύπαρκτου. Η μαρμάρινη επιγραφή στην είσοδο έγραφε “Με θυμάσαι,ο κήπος σου”. Η αλήθεια ήταν ότι δεν τον θυμόταν. Αυτό τη γέμιζε περισσότερη αγωνία προσπαθώντας να ξεθάψει ότι αναμνήσεις είχαν απομείνει στη πιο σκοτεινή γωνιά του μυαλού της, για να δει τι είχε απομείνει ή μάλλον καλύτερα τι είχε απογίνει.
Ο κήπος της πλέον έχει γεμίσει πολλών λογιών λουλούδια, λες και κάθε της σκέψη ήταν ένα από αυτά. Κάποια μπλέκονται μεταξύ τους και σχηματίζουν θάμνους. Ορισμένα στέκουν μοναχικά σα να περιμένουν κάτι το μαγικό να συμβεί λες και από μόνα τους δεν είναι το μέγιστο θαύμα, άλλα πάλι ανεβαίνουν ψηλά και χαμογελούν στον κατακίτρινο ήλιο με όλα τους τα πέταλα ορθάνοιχτα. Τα τελευταία, τσαλαπατημένα, στάζουν τους εναπομείναντες χυμούς τους πριν ξεραθούν, ξεθωριάσουν και γίνουν ένα με το χώμα. Χώμα, που θα βοηθήσει τα μικρά λουλούδια του κήπου που είχαν φυτρώσει τόσο απροσδόκητα να μεγαλώσουν. Ναι, να εκεί, τα κοίταζε! Τώρα το είχε καταλάβει… πότε δε σταμάτησε να μεγαλώνει. Μεγάλωνε μαζί της στον ύπνο που τόσο καιρό είχε παρασυρθεί. Στους εφιάλτες των ονείρων, στις προσδοκίες των στιγμών, στην αγωνία της μανιακής της δημιουργίας.
Ξεκίνησε να τον παρατηρεί. Αυτός ο κήπος δεν έχει δρομάκια ούτε αυλάκια, δεν έχει καθαριστεί από τα ζιζάνια αφήνοντας τα να πνίγουν τη γη. Μερικά απ’ τα φύλλα των δέντρων είχαν πέσει κατάχαμα κοιτάζοντας κάθε τόσο παρατημένα, ξερά, καθώς ο χρόνος πέρασε από πάνω τους με όλη του τη δύναμη, ενώ άλλα γεμάτα ζωή χωρίς να γνωρίζουν γιατί η τόσο ένδοξη στιγμή τους σταμάτησε απότομα. Αναρωτήθηκε…, <<σε αυτό τον κήπο καμία βρύση δε στάζει για να μπορώ να τα ποτίσω, ούτε φρέσκο λίπασμα υπάρχει για να βοηθήσω τα λουλούδια να ανθίσουν, ακόμη και ο ήλιος που τους είναι απαραίτητος συννεφιάζει με εμένα. Νομίζω όμως ότι αυτό είναι που με ενθουσιάζει περισσότερο>>. Υπάρχουν τόσα πολλά να γίνουν και αν και πριν από λίγα δευτερόλεπτα κοιμόταν περιμένοντας τον ήλιο να δύσει τώρα μια πηγαία δύναμη την καλούσε.

ΓΝΩΡΙΣΤΕ ΜΑΣ ΚΑΛΥΤΕΡΑ 🙂
Follow by Email
Facebook
Facebook
Pinterest
LinkedIn
Instagram

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *