ΤΑΞΙΔΙ ΜΕ ΕΝΑ ΓΝΩΣΤΟ-ΑΓΝΩΣΤΟ

ΤΑΞΙΔΙ ΜΕ ΕΝΑ ΓΝΩΣΤΟ-ΑΓΝΩΣΤΟ

Πολλοί έσπευσαν και θα σπεύσουν να ρωτήσουν περαιτέρω λεπτομέρειες. Ποιος ήταν, πώς προέκυψε, από πού ξεκινήσαμε, που καταλήξαμε, αν περάσαμε καλά. Ερωτήσεις που ίσως απαντηθούν παρακάτω. Αν όχι τότε μάλλον θα μείνουν έτσι μετέωρες με ένα μυστήριο να τις περιπλανάει για πάντα (υπερβολική).

Ας κάνω μια μικρή αναφορά στο ταξίδι. Ο λόγος που αποφάσισα να γράψω για αυτό είναι επειδή πρόκειται για τα ταξίδια που αποφασίζεις να κάνεις, λίγο στα τυφλά, μην ξέροντας τι θα αντιμετωπίσεις κυρίως για την εμπειρία. 15 ώρες με τρένο διασχίζοντας τη μισή Ελλάδα. Από τα σύνορα με Τουρκία μέχρι την πρωτεύουσα. Και συνήθως πριν καν φτάσεις στα μισά της διαδρομής καταριέσαι την ώρα και τη στιγμή που τσιγκουνεύτηκες 50 ευρώ για αεροπλάνο. Και απλά προσπαθείς να πείσεις τον εαυτό σου ότι το μαρτύριο που υποβάλλεσαι, κάποια στιγμή θα φτάσει στο τέλος του και θα ήταν σαν να μην έγινε ποτέ. Όμως οι 7 ώρες που απομένουν περνάνε βασανιστικά αργά. Και το άγχος σου δε σε αφήνει καν να χαλαρώσεις για 3 ωρίτσες τα μάτια σου.

Τα δικά μου μάτια τουλάχιστον δυσκολεύτηκαν να κλείσουν για μία ώρα συνεχόμενη κι αδιάσπαστη. Όπως ακριβώς και του συνταξιδιώτη μου (ειρωνικό σχόλιο). Ο γνωστός άγνωστος αν και στην αρχή δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί με το χώρο που του παραχωρήθηκε, έχοντας και μένα στη διπλανή θέση, και μετά από καταναγκαστικές προσπάθειες κατάφερε να αποκοιμηθεί και να δει 2-3, ίσως 7 άντε το πολύ 20 όνειρα τις πρώτες 6 ώρες του ταξιδιού. Τις ώρες που είχα σκοπό να εκμεταλλευτώ για να τον γνωρίσω καλύτερα δηλαδή. Να προσδιορίσω αν τελικά πρόκειται για γνωστό, άγνωστο ή κάτι ενδιάμεσο. Ας μη γίνομαι ερειστική (θα γινόμουν ίσως λίγο ακόμα, αλλά ξέρω ότι θα το διαβάσει και πρέπει να πω καμιά καλή κουβέντα). Η αλήθεια είναι ότι ακόμα κι αν κοιμόταν κι εγώ εκτελούσα το ρόλο του φρουρού, ξεκάθαρα από επιλογή, ήξερα ότι είχα παρέα. Παρέα που κάποια στιγμή θα ξυπνούσε και θα άρχιζε το interaction.

Έως τότε επέλεξα να κάνω πράγματα που δε θα έκανα μπροστά του λόγω –υπερβολικής, ίσως- αναστολής και ντροπαλότητας. Δύο έννοιες που στο 2ο μέρος του ταξιδιού θέλοντας και μη κατάφερα να ξεπεράσω. Είναι πολλές οι ώρες για να μην πας «στο μέρος», να μη φας τίποτα ή να μη βάλεις τα γυαλιά μυωπίας. Αν μπορούσα θα έβαζα και τις χριστουγεννιάτικες πιτζάμες μου για να είμαι πιο άνετα, θα έπιανα το μαλλί κότσο και θα έβαζα τα πόδια στο κάθισμα. Λάθος χωροχρόνος για όλα αυτά. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ή μάλλον να κάνουμε ήταν υπομονή.

Το έπιασα πολύ εγωκεντρικά το θέμα. Για το γνωστό- άγνωστο προφανώς ήμουν κι εγώ γνωστή-άγνωστη. Ώρα να ξεδιαλύνω κάπως το μυστήριο. Δεν ήταν άτομο που απλά έτυχε τη μέρα της αναχώρησης να μοιραζόμαστε την ίδια θέση. Γνωριζόμασταν. Μια απλή γνωριμία που τη συνόδευαν δύο καφέδες κι η ανταλλαγή κάποιων αμελητέων και δευτερευουσών νέων. Και ξεκάθαρα όταν σκεφτόμαστε για trip mate το μυαλό μας πάει σε φίλους ή συγγενείς κι όχι σε κάποιον που η σχέση δεν είναι ξεκάθαρη. Κοιτάζοντας όμως τη θετική πλευρά, ήταν μια καλή ευκαιρία να ξεκαθαρίσει το τοπίο…από την ομίχλη που επικρατούσε στον έξω κόσμο και μας εμπόδιζε να απολαύσουμε τη φύση και τα μικρά και μεγάλα χωριά που διασχίζαμε.

Από όπου και να προσπαθούσα, δηλαδή, να ξεφύγω από την αμηχανία του γνωστού-άγνωστου, συνέχεια εμφανιζόταν μπροστά μου. Δίπλα μου για την ακρίβεια. Ξεκίνησα να γράφω και να αναλύω μια ιδέα που είχα καιρό στο μυαλό και τελικά αποδείχτηκε κακή ιδέα. Μέσα σε όλα τα άλλα, ξαφνικά απέκτησε και το ρόλου του παράσιτου. Ένιωθα πολλές παρεμβολές και η συγκέντρωση φάνταζε αδιανόητη. Βέβαια, σαν παράσιτα λειτούργησαν πολλοί παράγοντες όπως το μωρό της μπροστινής μας (η διάγνωσή μου έλεγε ότι ήταν ματιασμένο), ο υπόκωφος ήχος της μηχανής, κι ο κάθε επιβάτης που κουράστηκε, έκοβε βόλτες και σκουντούσε πάνω μου. Μέχρι και το μπουφάν του διπλανού, που γέμιζε την άσπρη σελίδα του word με άκυρα σύμβολα. Και φυσικά θέλοντας να αφήσει το στίγμα του, μου πρότεινε να μην τα διαγράψω κι απλά να επισημάνω σε παρένθεση ότι το έκανε το μπουφάν του. Κάπως έτσι δηλαδή: 7///,,,888 ( Το μπουφάν του γνωστού-άγνωστου ευθύνεται για αυτές τις ασυναρτησίες).

Και σε εκείνο περίπου το σημείο, αντιλήφθηκα ότι η συγγραφή είναι μια μοναχική διαδικασία. Η έμπνευση διακόπτεται απότομα υπό αυτές τις συνθήκες. Αυτές οι συνθήκες όμως υπήρξαν έμπνευση που ξεδιπλώθηκε αβίαστα αυτή τη στιγμή που καταγράφω όλα τα παραπάνω και όλα τα παρακάτω, στο ήσυχο, ζεστό κι αναπαυτικό περιβάλλον του δωματίου μου.

Ναι, κάποτε έφτασε κι η στιγμή της άφιξης. Μετά από 8 συνεχόμενες ώρες καθηλωμένοι σε ένα κάθισμα και λίγο πριν γίνουμε ένα με αυτό ο οδηγός ανήγγειλε το ευχάριστο γεγονός. Αυτό που όλοι εκεί μέσα περιμέναμε αγωνιωδώς και μια τεράστια ανακούφιση γέμισε τα ανήσυχα και ταλαιπωρημένα σώματά μας. Κάπου εδώ αγγίζαμε το τέλος. Το τέλος ενός ταξιδιού που ξεκίνησε με προσδοκίες, ανυπομονησία, αγωνία για την εξέλιξή του, συνέχισε με κούραση, ασυνεννοησία και συζητήσεις περί ανέμων και υδάτων και κατέληξε με περισσότερη κούραση, πείνα και χαρά λόγω τέλους.

Αν και δήλωσα ότι δε θα το ξαναέκανα δεν είμαι τόσο σίγουρη πλέον για αυτό. Βέβαια τώρα μιλάω εκ του ασφαλούς γιατί πέρασε και δε θα ξαναέρθει και σύντομα. Εάν όμως έπεφτε πάλι στο τραπέζι σαν πρόταση, όπως ακριβώς έπεσε την πρώτη φορά από το γνωστό-άγνωστο, δύσκολα θα την απέρριπτα. Έχοντας πλέον υπόψη τι εστί ένα τέτοιο ταξίδι  κι έχοντας ζυγίσει τα θετικά και τα αρνητικά, ξεκάθαρος νικητής στο photo-finish τα θετικά.

Γιατί διέσχισα την Ελλάδα και ανακάλυψα άγνωστες πτυχές της, έμαθα να υπομένω άβολες καταστάσεις και ξεπέρασα σε σημεία τον εαυτό μου. Μα πάνω από όλα γνώρισα έναν άνθρωπο που δε θα είχα άλλοτε την ευκαιρία. Ίσως η επόμενη φορά που θα τον δω να είναι σε ένα χρόνο, ίσως και σε περισσότερο. Όμως πάντα θα μας συνοδεύει αυτή η κοινή εμπειρία. Αυτό το ταξίδι που ανταλλάξαμε δύο κουβέντες παραπάνω, που ανακαλύψαμε ότι οι μουσικές μας προτιμήσεις διαφέρουν εντελώς, που εκτιμήσαμε (θέλω να πιστεύω) ο ένας την παρουσία του άλλου, που όταν δεν είχαμε τι να πούμε απλά δείχναμε φωτογραφίες, που νιώσαμε το ίδιο επίπεδο της κούρασης να διακατέχει το σώμα μας. Το ταξίδι αυτό που κατάλαβα ότι έχω έναν υποστηρικτή σε οποιοδήποτε εγχείρημά μου, έναν άνθρωπο που μου κουβάλησε τη βαλίτσα όταν δεν ένιωθα πια τα χέρια μου και που κατάλαβε πότε δεν ήμουν και πολύ καλά. Για όλα αυτά και για πολλά ακόμα ο γνωστός-άγνωστος αναβαθμίστηκε και κατέκτησε μια πιο αξιόλογη θέση. Δε θα αποκαλύψω ποια θέση μέχρι να κάνει το ίδιο (stubborn, I know). 

Μέχρι το επόμενο τεράστιο και αξιοσήμαντο ταξίδι σας αφήνω με τις παραπάνω σκέψεις μου. Μη διστάσετε να επιχειρήσετε κάτι παρόμοιο και πάντα να εκτιμάτε την παρουσία των ανθρώπων γύρω σας, οποιοδήποτε ρόλο κι αν διαδραματίζουν στις ζωές σας!

dsc_1220Το αποκαλούμενο βαγόνι “Νεκροκεφαλή” ή αλλιώς βαγόνι 3 που ήταν η στέγη μας για 7 περίπου ώρες.

ΓΝΩΡΙΣΤΕ ΜΑΣ ΚΑΛΥΤΕΡΑ 🙂
Follow by Email
Facebook
Facebook
Pinterest
LinkedIn
Instagram

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *